KAΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ.
ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ

ΕΙΣΤΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ(ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ,ΟΛΥΜΠΙΑ ΟΔΟΣ,ΝΕΑ ΟΔΟΣ ,ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ;;;;

ΨΗΦΙΣΤΕ:ΘΑ ΑΝΤΕΞΕΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ;;;

ΨΗΦΗΣΤΕ¨:ΜΕ ΤΑ ΝΕΑ ΑΝΤΙΛΑΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΘΑ ΚΑΝΑΤΕ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ;;;

ΨΗΦΗΣΤΕ .ΘΕΩΡΕΙΤΕ ΑΞΙΟΠΙΣΤΕΣ ΤΙΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΤΟΥ WIKILEAKS.

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009

Η αστυνομική λογοτεχνία αναμοχλεύει το παρελθόν


Στο σκοτάδι όλοι οι λύκοι είναι γκρι.


Δεν μπορώ να πω ότι το αστυνομικό αυτό μυθιστόρημα κρατάει τον αναγνώστη καρφωμένο στη θέση του όταν το διαβάζει· πολλά νεκρά σημεία, πολυάριθμοι χαρακτήρες, οι οποίοι μπερδεύουν τη ροή της ιστορίας, μεγάλες παρεκβάσεις, σχοινοτενείς και χωρίς νόημα διάλογοι. Ολα αυτά θα ήταν βασικό μειονέκτημα, αν από ένα σημείο και μετά τα γεγονότα και τα πρόσωπα δεν άρχιζαν να δένουν, με αποτέλεσμα το έργο να διεγείρει το ενδιαφέρον και να δείχνει το σχέδιο που το διέπει. Το «Στο σκοτάδι όλοι οι λύκοι είναι γκρι» είναι ένα λεπτοδουλεμένο λογοτέχνημα, που ωστόσο δεν θα κέρδιζε εύκολα τα εύσημα από τους λάτρεις της κλασικής αστυνομικής λογοτεχνίας.

Ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Βαργκ Βέουμ μπλέκεται άθελά του σε μια ιστορία που ξεκίνησε λίγο μετά τον πόλεμο και συνεχίστηκε με διαλείμματα ώς τη δεκαετία του '80, οπότε εξελίσσεται και η πλοκή του έργου. Το αστυνομικό μυθιστόρημα συναντά τη σύγχρονη ιστορία και μπολιάζεται από την πολιτική, βλέπει πιο πανοραμικά την κοινωνία και δεν εστιάζει μόνο στον γρίφο, αναζητεί τα αίτια της εγκληματικότητας μέσα στα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα, χωρίς να παύει να οδηγεί την υπόθεση σε ένα προδιαγεγραμμένο τέλος. Εγκλήματα που πέρασαν ως ατυχήματα, επιχειρηματικά συμφέροντα που καλύφθηκαν από μη πειστικές εξηγήσεις, φαντάσματα του παρελθόντος που έρχονται και επανέρχονται συνθέτουν το μωσαϊκό μιας υπόθεσης που όλο φαίνεται ότι κλείνει και όλο ξεκινάει πιο δυναμικά με νέα στοιχεία και φόνους, πάντα στο μεταίχμιο της δολοφονίας και του δυστυχήματος.

Είκοσι πέντε χρόνια πριν, ο Γκούναρ Στόλεσεν εκτείνει την αστυνομική ιστορία στην πολιτική ζωή της μεταπολεμικής Νορβηγίας, κάτι που επιχειρεί με αναλογίες και το τελευταίο βιβλίο του Μάρκαρη «Παλιά, πολύ παλιά», που δημοσιεύτηκε κι αυτό μέσα στην περσινή χρονιά. Ο ίδιος ο Ελληνας συγγραφέας σε δημοσίευμά του παρατηρεί: «Προσωπικά βρίσκω αυτό το μυθιστόρημα του Στόλεσεν για ατιμώρητους δωσίλογους και ήρωες με βρόμικα χέρια καλύτερο από το πρώτο που κυκλοφόρησε στα ελληνικά, το Δικός σου ώς τον θάνατο. Αν μη τι άλλο, εδώ έχουμε μια διαδρομή ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν και μια "αναμόχλευση παλαιών παθών", που σ' εμάς διώκονταν ποινικά ώς τη Μεταπολίτευση, αλλά για το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι εξαιρετικά ευεργετική».

Οι δύο συγγραφείς κινούνται σε μερικά σημεία παράλληλα. Κατ' αρχάς, βλέπει κανείς τον τρόπο με τον οποίο ο Στόλεσεν περιγράφει τους δρόμους και τις συνοικίες του Μπρέγκεν, τρόπο ανάλογο με την κίνηση του Μάρκαρη στη γενέτειρα Κωνσταντινούπολη, αλλά (στα προηγούμενα έργα του) και στη σύγχρονη Αθήνα. Η περιδιάβαση του Βέουμ δείχνει αγάπη για τη μικρή του πόλη και όχι απλώς μια βιαστική κινηματογραφικού τύπου καταδίωξη. Το αστυνομικό μυθιστόρημα γίνεται έτσι αστικό, με όρους -πέρα από αυτούς της αστικής τοπιογραφίας- κοινωνικού προβληματισμού.

Και στα δύο βιβλία η υπόθεση σχετίζεται με εγκλήματα που συνέβησαν στο παρελθόν: από τη μία ο Στόλεσεν διαπερνά την ιστορία της Νορβηγίας κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, και από την άλλη ο Μάρκαρης αναφέρεται στις ελληνοτουρκικές σχέσεις της δεκαετίας του '50. Στο παρελθόν αυτό κάποιοι εκμεταλλεύτηκαν συμπολίτες τους για να πλουτίσουν, κάτι που βαραίνει ως στίγμα και στα δύο έργα. Παράλληλα, ο κύριος ένοχος είναι πλέον ηλικιωμένος, άρρωστος, σχεδόν ετοιμοθάνατος, που καθαρίζει τους λογαριασμούς που τον συνδέουν με το παρελθόν. Στο τέλος και των δύο έργων δεν αποδίδεται νομική δικαιοσύνη, αλλά οι δύο θύτες πεθαίνουν. Ο δολοφόνος του νορβηγού συγγραφέα είχε φροντίσει να εξαφανίσει τα ίχνη του και να πείσει τους πάντες ότι είναι νεκρός, αλλά ο Βέουμ βλέπει πίσω από τις ύποπτες συνθήκες του θανάτου πολλών εκ των συμμετεχόντων στα γεγονότα του παρελθόντος το φάντασμα του πραγματικού δράστη.

Ο Στόλεσεν προτίθεται να ξεπληρώσει τα χρέη των Νορβηγών απέναντι στο παρελθόν τους και γι' αυτό το αστυνομικό του μυθιστόρημα είναι πιο πολύ η αφορμή, περισσότερο το δέλεαρ για να εισέλθει ο αναγνώστης στο κοινωνικοϊστορικό κλίμα διαταραγμένων εποχών και δυσερμήνευτων γεγονότων. Παράλληλα, η ζωή στη Νορβηγία του '80, η καθημερινότητα δηλαδή χιλιάδων ανθρώπων σε μια σύγχρονη χώρα, που ωστόσο πλήττεται από τα γνωστά πλέον προβλήματα της ανεργίας, του αλκοολισμού, της μοναξιάς, καθιστά το έργο άλλη μια τοιχογραφία του σύγχρονου πολιτισμού. Τα εγκλήματα του παρελθόντος, που τίθενται και στο επίκεντρο της δράσης, δεν παραγκωνίζουν ούτε στο ελάχιστο τις τωρινές μικρές ή μεγάλες τραγωδίες των ανθρώπων, τις ζωές των οποίων συναντά ο Βέουμ, καθώς ανασκαλεύει γεγονότα και νοοτροπίες.

Εντέλει, βλέπουμε καλύτερα την κοινωνία μας, τόσο την ελλαδική όσο και την παγκόσμια, όταν περνά στη συνείδησή μας η οπτική των αστυνομικών μυθιστορημάτων, παρά αν παρακολουθούμε τα πολύχρωμα δελτία ειδήσεων. Κι αυτό το κέρδος ανάγει το είδος σε κοινωνικό αναλυτή που ευαισθητοποιεί και προβληματίζει τον αναγνώστη, αφήνοντας τα ίχνη του πιο βαθιά και ουσιαστικά από οποιοδήποτε μιντιακό σχόλιο.


Μυρίζει αίμα


Λογοτεχνία δημοσιογραφικών ντοκουμέντων

Αστυνομικό μυθιστόρημα με πατίνα δημοσιογραφικού ρεπορτάζ δεν είναι κάτι συνηθισμένο. Αυτό το ιδιαίτερο υβρίδιο στήνεται από τον Γιάννη Ράγκο με τη χρήση εφημεριδογραφικού λόγου, ουδέτερου και αντικειμενικού, με ελάχιστα σχόλια και -αν πρόσεξα καλά- χωρίς να αποτυπώνεται ο ψυχισμός των δραστών, παρά μόνο σε μία περίπτωση.

Η υπόθεση είναι αληθινή, όπως δηλώνεται: δύο Γερμανοί έρχονται στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της χούντας, έχοντας εξαρχής προγραμματίσει να κάνουν μερικές ληστείες για να πλουτίσουν εύκολα. Παρακολουθούμε δηλαδή τη δράση από την πλευρά των θυτών, οι οποίοι στην πορεία, πέρα από ληστές, εξελίσσονται και σε δολοφόνους των θυμάτων τους. Η πορεία τους από τον απλό φόνο των αυτοπτών μαρτύρων, ώστε οι τελευταίοι να μην τους προδώσουν, τους μετατρέπει γρήγορα σε κατά συρροή δολοφόνους, που οργανώνουν και εκτελούν, άλλος λιγότερο κι άλλος περισσότερο, χωρίς αναστολές.

Τα σημεία του όλου εγχειρήματος στα οποία πρέπει να σταθούμε είναι τρία, σημεία που καθορίζουν και τον τρόπο ανάγνωσης του μυθιστορήματος:

α. Οι δράστες είναι γνωστοί και επομένως η περιέργεια του αναγνώστη δεν έγκειται στην ανακάλυψή τους αλλά στο πώς θα συλληφθούν. Αυτού του είδους η αφήγηση, που ξεφεύγει κατά πολύ από την κλασική αστυνομική ιστορία, αλλάζει και τις προσδοκίες. Ομολογώ ότι δεν κατάλαβα μερικές λεπτομέρειες της αποκάλυψης, αλλά αυτό καθεαυτό έχει μικρή σημασία. Το αστυνομικό έργο αναπλάθει αυτήν την πραγματική ιστορία πιο πολύ ως αφορμή για δράση παρά ως πραγματική παρακολούθηση της διαλεύκανσης της υπόθεσης.

β. Ο δημοσιογραφικός λόγος μάς μεταφέρει στην εποχή, μας εισάγει στο κλίμα και έτσι βρισκόμαστε στη θέση των αναγνωστών των εφημερίδων τού τότε. Από αυτήν τη θέση παρακολουθούμε τη δράση όπως τη μεταφέρουν -υποτίθεται- οι ρεπόρτερ της εποχής - το πραγματικό ρεπορτάζ με το πλαστό συγχέονται σκόπιμα. Η αστυνομική λογοτεχνία διασταυρώνεται με τη δημοσιογραφική ανταπόκριση κι έτσι κερδίζουμε μιαν άλλη δυναμική στον τρόπο παρουσίασης του φόνου και της ανεύρεσης των δραστών.

γ. Οι πολιτικές προεκτάσεις του αφηγήματος εστιάζονται στις συνθήκες της δικτατορίας. Παρουσιάζονται έτσι -έστω και λοξά- η προσπάθεια των αρχών να επικρατεί πάντα τάξη και ασφάλεια, η απαγόρευση της δημοσίευσης οποιουδήποτε στοιχείου αφορά την υπόθεση, ώστε να μη διασαλευθεί η εικόνα της ειρηνικής ζωής εν Ελλάδι, η εθελούσια προσφυγή των πολιτών στην αστυνομία για να καταγγείλουν ό,τι ύποπτο υπέπεσε στην αντίληψή τους κ.λπ.

Το βιβλίο δεν διαβάζεται απνευστί ως πορεία προς την ανακάλυψη του δράστη. Διαβάζεται όμως με ενδιαφέρον τόσο για την εξέλιξη της δράσης όσο και για την εξέλιξη της γραφής. Η ουδετερότητα της δημοσιογραφικής καταγραφής φαινομενικά κρατάει αποστάσεις τόσο από τους δύο γερμανούς serial killers όσο και από το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο της δικτατορίας. Παρ' όλ' αυτά ή χάρη σ' όλα αυτά, ο αναγνώστης αναγνωρίζει εύκολα στην επιλογή των γεγονότων, στη χρήση της οπτικής γωνίας, στην πολυπρόσωπη τοιχογραφία των απλών Ελλήνων της εποχής την προσπάθεια να φανεί η καθημερινότητα της επταετίας, να αναδειχθούν τύποι που κινούνται μεταξύ ιδιωτικής ζωής και δημόσιας έκθεσης και έτσι -πίσω από τα συγκεκριμένα γεγονότα- να μπει στο κάδρο η σχέση εγκλήματος και δίωξης στη χουντική Ελλάδα του 1969.

Add To Facebook Add To Twitter Add To Yahoo Add To Reddit Fav This With Technorati Add To Del.icio.us Digg This Stumble This