KAΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ.
ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ

ΕΙΣΤΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ(ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ,ΟΛΥΜΠΙΑ ΟΔΟΣ,ΝΕΑ ΟΔΟΣ ,ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ;;;;

ΨΗΦΙΣΤΕ:ΘΑ ΑΝΤΕΞΕΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ;;;

ΨΗΦΗΣΤΕ¨:ΜΕ ΤΑ ΝΕΑ ΑΝΤΙΛΑΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΘΑ ΚΑΝΑΤΕ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ;;;

ΨΗΦΗΣΤΕ .ΘΕΩΡΕΙΤΕ ΑΞΙΟΠΙΣΤΕΣ ΤΙΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΤΟΥ WIKILEAKS.

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2009

1η Σεπτεμβρίου 1939

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009, 09:33


Μια ασυνήθιστη ησυχία επικρατούσε εκείνο το μεσημέρι της 31ης Αυγούστου 1939 στα διαμερίσματα της Καγκελαρίας του Γερμανικού Ράιχ. Ο Φύρερ περπατούσε σκυφτός στον στρωμένο με ακριβό μάρμαρο διάδρομο, έξω από το προσωπικό του γραφείο, όταν συνάντησε τον υπουργό του των Εξωτερικών, Γιόακιμ φον Ρίμπεντροπ. «Έδωσα την διαταγή, κλότσησα την μπάλα και κυλάει…» ξεστόμισε μ’ εκείνο το δραματικό ύφος που τόσο αγαπούσε. «Σας εύχομαι καλή τύχη!» απάντησε ο υπουργός λακωνικά, πνιγμένος στην συγκίνηση.

Η επιχείρηση «Λευκή» (Fall Weiss), όπως κωδικά ονόμαζε το Γενικό Επιτελείο την πολωνική εκστρατεία, ξεκινούσε στις 4.45΄ τα χαράματα της επομένης, με τα γερμανικά στρατεύματα να εισβάλουν θυελλωδώς στη γειτονική χώρα και την Luftwaffe να σφυροκοπάει ανηλεώς αεροδρόμια, αποθήκες και στρατόπεδα του εχθρού.

Το ημερολόγιο έγραφε 1η Σεπτεμβρίου 1939, και ο εξαετής πόλεμος που μόλις άρχιζε επρόκειτο να συνταράξει την υφήλιο από άκρη σε άκρη, αφήνοντας πίσω του περίπου 80 εκ. νεκρούς, τσακισμένες ζωές, ερείπια και πόνο. Ο κόσμος ποτέ πια δεν θα ήταν ο ίδιος...

Η αποτυχία της Διπλωματίας

Αφορμή για αυτήν την επίθεση ο Χίτλερ άφηνε διεθνώς να εννοηθεί πως ήταν η υποχρέωσή του να προασπίσει τα συμφέροντα των Γερμανών κατοίκων της περιοχής του Ντάντσιχ -μιας στενής λωρίδας γης μεταξύ Πομερανίας και Ανατολικής Πρωσίας, που η συνθήκη των Βερσαλλιών είχε θέση στην εντολή της Κοινωνίας των Εθνών.

Βέβαια, τόσο το περιβάλλον του Χίτλερ όσο και η διεθνής κοινότητα, γνώριζαν πολύ καλά ότι οι βλέψεις του Φύρερ δεν ήταν δυνατό να περιοριστούν σ’ έναν «άθλιο πολωνικό διάδρομο, όπως έκαναν εκείνοι οι μπούφοι του 1914!» Απώτερος σκοπός του ήταν η κατάληψη ολόκληρης της Πολωνίας, σαν πρώτη φάση ενός μεγαλόπνοου σχεδίου επέκτασης προς τα ανατολικά (Drag nach Osten), αφού κατά τις απόψεις του μόνο έτσι θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η ανάγκη του γερμανικού λαού για ζωτικό χώρο (Lebensraum), που θα έδινε τροφή στα 80 εκ. Γερμανών και θα θεμελίωνε το πανίσχυρο Ράιχ μέχρι τα Ουράλια!

Μεθυσμένος από την εύκολη προσάρτηση της Αυστρίας (Anschluss) και την αναίμακτη κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας, που ασφαλώς αποτελούσαν προσωπικές του επιτυχίες, ο Φύρερ πείστηκε πια για την διατήρηση του παθητικού ρόλου της Δυτικής Ευρώπης, που μόνο χλιαρές αντιδράσεις προέβαλε καθ’ όλη την διάρκεια των εξελίξεων. Πίστεψε πως εξίσου εύκολο θ’ αποδεικνυόταν τώρα και αυτό του το εγχείρημα, αφού οι πρόσφατες βολιδοσκοπήσεις είχαν αποτέλεσμα θετικό: η Αγγλία παρέμενε ανίκανη να χειριστεί σθεναρά τα θέματα της εξωτερικής πολιτικής και η Γαλλία απρόθυμη να εμπλακεί σε πολεμικές επιχειρήσεις. Θα μπορούσε, ίσως, να προστεθεί και η αμερικανική φαυλότητα, αφού η αδύναμη φωνή του Προέδρου Ρούζβελτ δεν τρόμαζε κανέναν.

Ωστόσο, ο αγγλικός «Λέων» ήταν πάντα υπολογίσιμη δύναμη. Ο Χίτλερ προτιμούσε μια συμμαχία μαζί του, παρά μια εξαντλητική σύγκρουση. Είχε κιόλας φανταστεί την βάση συμφερόντων, όπου θα πατούσε αυτή η παράδοξη συμμαχία: Η Γερμανία θα στήριζε τις κτήσεις της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και την αποικιοκρατική της πολιτική, και η Αγγλία θα αναγνώριζε την πρωτοκαθεδρία των Γερμανών στην ηπειρωτική Ευρώπη, ώστε από κοινού να κυβερνήσουν τον κόσμο!

Αλλά οι Άγγλοι δεν ήταν διατεθειμένοι ν’ ανεχτούν μια πανίσχυρη Γερμανία με οποιοδήποτε αντίτιμο. Απεναντίας, σύσφιξαν τις σχέσεις τους με την Γαλλία και καλλιέργησαν την ανησυχία της Αμερικής, πλευρίζοντας παράλληλα πολλά από τα μικρότερα ευρωπαϊκά κράτη με υποσχετικές διαθέσεις. Σκοπός τους ήταν να ορθωθεί ένα αδιαπέραστο τείχος στις γερμανικές βλέψεις, ώστε να μην επαναληφθεί μια ιστορία ανάλογη με αυτήν της Τσεχοσλοβακίας.

Η αγγλική εξωτερική πολιτική υπήρξε αδικαιολόγητα ανεκτική προς τον Χίτλερ. Ίσως να υπαγόρευαν τούτη την στάση τα διαφαινόμενα συμφέροντα, στα οποία ήλπιζε η πάντα ματαιόδοξη και καιροσκοπική Αγγλία, ή να ήταν αποτέλεσμα της υπερφίαλης αλαζονείας που πήγαζε από τις πρόσφατες νίκες της σε βάρος της Γερμανίας. Και η Γαλλία επίσης διακατεχόταν από παρόμοιες αλαζονικές τάσεις, επαναπαυμένη στις δάφνες του 1918.

Ο Πρωθυπουργός της Αγγλίας, Νέβιλ Τσάμπερλαιν, αρχικά παρασύρθηκε από φρούδες ελπίδες και εντελώς λανθασμένες εκτιμήσεις σχετικά με τον δυναμικό Ναζί Καγκελάριο. Ακόμη κι αυτός ο υπουργός του των Εξωτερικών, λόρδος Χάλιφαξ, κάποια στιγμή έπεσε στα δίχτυα της γοητείας και της δύναμης της προσωπικότητας του Χίτλερ. Είναι ενδεικτικό ότι το 1938, κάποια στιγμή μεταξύ «τύρου και αχλαδιού», εξέφρασε την φιλοδοξία να δει τον Φύρερ και τον Βασιλιά της Αγγλίας να επιβαίνουν από κοινού σε άμαξα προς τα ανάκτορα του Μπάκιγχαμ! Οπωσδήποτε, τέτοια λόγια δεν θα μπορούσαν να εκληφθούν σοβαρά. Δείχνουν, ωστόσο, την ανωριμότητα σκέψης και την ανυπαρξία διορατικότητας κάποιων σημαντικών προσωπικοτήτων των Δυτικών Δημοκρατιών, σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη και ασταθή εποχή διεκδίκησης συμφερόντων και κλεισίματος ανοιχτών λογαριασμών του παρελθόντος.

Για τον Χίτλερ, όλοι αυτοί δεν ήταν παρά «σκυλιά που μόνο γαβγίζουν, ανίκανα να δαγκώσουν πραγματικά». Αλλά η αγγλική κυριαρχία στη θάλασσα ήταν κάτι που δεν μπορούσε να παραβλέψει. Προσπάθησε να τη μειώσει διατάζοντας τη ναυπήγηση νέων ισχυρών θωρηκτών, καταδρομικών και υποβρυχίων, κι ενίσχυσε την αμυντική του διάταξη προς τα δυτικά με την κατασκευή ενός τεράστιου οχυρωματικού έργου κατά μήκους των Γαλλο-γερμανικών συνόρων.

Όλα αυτά αποσκοπούσαν περισσότερο στην ψυχολογική ενέργεια του εκφοβισμού, παρά στην ρεαλιστική εξασφάλιση της Γερμανίας από μια συνδυασμένη επίθεση των Δυτικών. Ο Χίτλερ δεν υπήρξε ούτε αφελής, ώστε να πιστεύει σε θαύματα, ούτε ανίδεος γύρω από τα στρατιωτικά ζητήματα, ώστε να τρέφει αυταπάτες. Ορθά υπολόγιζε ότι η πολωνική εκστρατεία θ’ απασχολούσε περισσότερες από τις μισές συνολικά διαθέσιμες μεραρχίες του, οπότε τα δυτικά σύνορα θα έμεναν ουσιαστικά αφύλακτα. Είναι αλήθεια ότι, κατά την έναρξη της σύρραξης με την Πολωνία, οι Γάλλοι θα μπορούσαν μετά από μια επιστράτευση δύο εβδομάδων να παρατάξουν στα σύνορα με τη Γερμανία περίπου 100 μεραρχίες, σε σύγκριση με τις 40 ή 45 των Γερμανών. Ήταν λοιπόν εύλογο, προκειμένου ο Χίτλερ να κατευνάσει τις αντιδράσεις στη Δύση, να ενεργοποιήσει ξανά το σπάνιο ταλέντο του στη διπλωματία και στην τακτική του ψυχολογικού πολέμου, που τόσες επιτυχίες του εξασφάλισε πρόσφατα.

Χίτλερ: «θα τους ποτίσω εγώ με το φαρμάκι του διαβόλου»

Είχε αποφασίσει να ανακατέψει μόνος του την τράπουλα των παρασκηνίων. Πολύ λίγη εκτίμηση έτρεφε για τους «άτολμους» και «λιπόψυχους» διπλωμάτες του -συχνά αρνιόταν ακόμη και να τους δεχτεί σε ακρόαση. Κάποτε χαρακτήρισε τον πρέσβη του στην Αγγλία, Νόιραθ, και αυτόν στην Αμερική Ντίκχοφ ως... κωλοτρυπίδες (Αrschlöcher)! Ούτε για τους πρέσβεις του στην Βαρσοβία και την Ρώμη, Μόλτκε και Μάκενσεν αντίστοιχα, έτρεφε σεβασμό. Ο μοναδικός που εμπιστευόταν ήταν ο Ρίμπεντροπ, που τώρα επρόκειτο να του αναθέσει την σημαντικότερη αποστολή: να εξασφαλίσει μια συμμαχία με τον ίδιο τον Στάλιν!

Οι Άγγλοι δεν ήταν πια οι εύπιστοι θεατές του δράματος που εξελισσόταν στην Ευρώπη. Ο Χίτλερ είχε παράφορα αθετήσει τις υποσχέσεις του στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, εμφανίζοντας τώρα τις πραγματικές αρπακτικές του διαθέσεις. Ο Πρωθυπουργός Τσάμπερλαιν έπαψε να διατηρεί αυταπάτες μετά τα γεγονότα στην Τσεχοσλοβακία, και στις 17 Μαρτίου 1938 βροντοφωνάζει από το Μπέρμιγχαμ: «Είναι αυτή η τελευταία επίθεση εναντίον μιας χώρας ή θ’ ακολουθήσουν κι άλλες; Μήπως αυτό αποτελεί ουσιαστικά ένα βή-μα για την ένοπλη κατάκτηση όλου του κόσμου;»

Η στροφή αυτή της πολιτικής της Αγγλίας περισσότερο εκνεύρισε παρά φόβισε τον Φύρερ, που επέμενε να ελπίζει στην γνωστή αδράνεια των Εγγλέζων. Αλλά τώρα η Βρετανία προσπαθούσε όχι μόνο να εκφοβίσει, αλλά και να σταματήσει τον Χίτλερ, ξεσηκώνοντας τα υπόλοιπα κράτη σ’ έναν συνασπισμό εναντίον του. Σε αυτή την οργανωμένη μεταστροφή και συσπείρωση των Δυτικών, ο Φύρερ έβλεπε μόνο την γνωστή έκφραση της θρασυδειλίας και της υπέρμετρης αλαζονείας. Στην πραγματικότητα, όταν οι προετοιμασίες της Βέρμαχτ για την εισβολή στην Πολωνία βρίσκονταν σε σημείο κορύφωσης, ο Χίτλερ ακόμη συνέχιζε να πιστεύει πως οι Άγγλοι και πάλι μπλόφαραν.

Τα γεγονότα τον διέψευσαν. Η Αγγλία εντατικοποίησε την υποσχετική της πολιτική, συμπαρασύροντας και την Γαλλία, όπου ο πρωθυπουργός Νταλαντιέ διέταξε εκτόξευση του εξοπλιστικού προγράμματος και διαμήνυσε ότι κάθε επιθετική ενέργεια των Γερμανών κατά της Πολωνίας αυτόματα θα σήμαινε ενεργή ανάμιξη της χώρας του. Μπροστά σε αυτήν την απροσδόκητη εξέλιξη, ο Χίτλερ προσπάθησε έξυπνα να εξαγοράσει τις ανησυχίες των Πολωνών, προτείνοντας μια φόρμουλα ανταλλαγής εδαφών μεταξύ τους: η Γερμανία θα προσαρτούσε το Ντάντσιχ και τον διάδρομο μεταξύ Πομερανίας και Ανατολικής Πρωσίας, και η Πολωνία θα ικανοποιείτο προσαρτώντας στην κυριαρχία της επαρχίες της Σλοβακίας και της Ουκρανίας.

Η Αγγλία έντεχνα συνέχισε να σπέρνει δαιμόνια, προκειμένου να ναυαγήσουν αυτά τα σχέδια προσέγγισης των Πολωνών από τους Γερμανούς. Όταν ο Πολωνός υπουργός Εξωτερικών, Γιούζεφ Μποκ, επισκέφτηκε το Λονδίνο για να επιτύχει συγκεκριμένες δεσμεύσεις υπέρ της χώρας του, τα αιτήματά του ικανοποιήθηκαν ανεπιφύλακτα, ώστε ο πρέσβης της Bαρσοβίας στο Bερολίνο, Γιούζεφ Λίπσκι, απέρριψε υπεροπτικά τις γερμανικές προτάσεις.

Στις 27 Μαρτίου 1939 ο Τσάμπερλαιν κάλεσε την κυβέρνησή του να υπογράψει συμμαχία με τους Πολωνούς, και στις 31 Μαρτίου ανήγγειλε από το βήμα της Βουλής των Κοινοτήτων πως σε περίπτωση που η Πολωνία εμπλεκόταν σε αμυντικό πόλεμο η Αγγλία θα της παρείχε κάθε δυνατή υποστήριξη. Οι Άγγλοι είχαν βιαστεί να δείξουν προθυμία παρέχοντας εγγυήσεις στην Πολωνία, ενώ γνώριζαν ότι, αν παρ’ ελπίδα δεν κατάφερναν ν’ αναστείλουν την γερμανική επίθεση, ο νέος πόλεμος θ’ απλωνόταν σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Ο Φύρερ, πληροφορούμενος όλα αυτά, δεν κατάφερε να συγκρατηθεί. «θα τους ποτίσω εγώ με το φαρμάκι του διαβόλου» ούρλιαξε. Και φυσικά το εννοούσε. Μια μέρα μετά διασκέδαζε τους φόβους του με την καθέλκυση του θωρηκτού Tirpitz, που ερχόταν να συμπληρώσει το γιγάντιο Bismarck στο ρόλο της συγκράτησης της θαλάσσιας βρετανικής υπεροπλίας.

Τον επόμενο μήνα στην μεγαλειώδη ομιλία του στο Ράιχσταγκ (28 Απριλίου) ειρωνεύτηκε τον πρόεδρο Ρούζβελτ για την απαίτησή του να υπογράψει η Γερμανία δήλωση μη επίθεσης κατά 30 κρατών στην διάρκεια των επόμενων 25 ετών! Αμέσως μετά ο Χίτλερ κατήγγειλε το ήδη υπάρχον σύμφωνο μη επίθεσης με την Πολωνία και τη ναυτική συμφωνία με την Αγγλία, που δέσμευε την ανάπτυξη του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού. Αν η Πολωνία είχε τελεσίδικα ενταχθεί στο στρατόπεδο των Άγγλων, αυτός κρατούσε την επικείμενη συμφωνία του με τον Στάλιν σαν κρυμμένο άσσο στο μανίκι.

Αλλά ήταν πολύ νωρίς για να δοθεί ένα τέλος στον ψυχολογικό πόλεμο που ο Χίτλερ ασκούσε στους Πολωνούς. Ο Άλμπερτ Φέρστερ κανόνισε, σύμφωνα με οδηγίες του Φύρερ, επίσκεψη του Ύπατου Αρμοστή της ΚτΕ στο Ντάντσιχ, Καρλ Μπούρκαρντ, στο Μπέργκχοφ, με την πρόφαση της συνέχισης των συνομιλιών περί ειρηνικής διευθέτησης των προβλημάτων. Στην πραγματικότητα ο Χίτλερ ήθελε να καταστήσει τον Μπούρκαρντ υποχείριο και διαμεσολαβητή του. Εκεί, στην «αετοφωλιά» (Adlerhorst) που με τόσο μεράκι είχε δημιουργήσει ο έμπιστος Μάρτιν Μπόρμαν γι’ αυτόν, ο Φύρερ έδωσε μια ακόμη σπάνια θεατρική παράσταση ξεσπασμάτων, απειλών, προκλήσεων και παρακλήσεων ταυτόχρονα, ώστε να εκβιάσει μια κατευναστική παρέμβαση του Αρμοστή υπέρ της μη συμμετοχής των Αγγλο-Γάλλων στην επικείμενη σύρραξη.

Λίγες μέρες αργότερα κατέφτανε στο Μπερχτεσγκάντεν ο Άγγλος πρέσβης στη Γερμανία, σερ Νέβιλ Χέντερσον, για να επιδώσει μια επιστολή του πρωθυπουργού του στον Φύρερ. Οι θεατρινισμοί του τελευταίου επαναλήφθηκαν σε ηπιότερο τόνο. Καμιά από αυτές τις συναντήσεις δεν καρποφόρησε. Αντίθετα, η υπόθεση με τη Μόσχα φαινόταν να προχωράει ικανοποιητικά.

Γερμανία – Σοβιετική Ένωση: Μια επονείδιστη συμμαχία

Πανικός και στο Παρίσι. Ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Ζωρζ Μπονέ σκεφτόταν σοβαρά να πιέσει για έναν συμβιβασμό από την πολωνική πλευρά. Αντιλαμβανόταν πως η προσέγγιση του Στάλιν από τον Χίτλερ όδευε σε επιτυχία και η χώρα του δεν ήταν έτοιμη για πόλεμο. Το Υπουργικό Συμβούλιο της Βρετανίας όμως στην συνεδρίασή του (22 Αυγούστου) επέδειξε ψυχραιμία, επιβεβαιώνοντας την κήρυξη πολέμου κατά των Γερμανών σε περίπτωση που εισβάλουν στην Πολωνία. Τα ξημερώματα της 24ης Αυγούστου η συμφωνία Ρίμπεντροπ-Μολότοφ αποτελούσε πια γεγονός. Μόλις τον Μάιο είχε υπογραφεί και η «χαλύβδινη συμφωνία» Χίτλερ-Μουσολίνι, με σκοπό την αποτροπή της Βρετανίας και της Γαλλίας να συνδράμουν ένοπλα την Πολωνία. Τέλος, η Ρουμανία, οικονομικός δορυφόρος της Γερμανίας, υποσχόταν τα περίφημα πετρέλαια και το σιτάρι της κατά την διάρκεια του πολέμου. Με δυο λόγια, η διπλωματική επιτυχία του Χίτλερ υπήρξε σαρωτική.

Έχει επικρατήσει η άποψη ότι το σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ έχει τις ρίζες του στην πεποίθηση των Σοβιετικών πως η Δύση προσπαθούσε να στρέψει την επιθετικότητα του Χίτλερ προς τα ανατολικά, οπότε μοιραία κάποια στιγμή θα ερχόταν σε σύγκρουση μαζί τους. Αν αναλογιστεί κανείς και τον φόβο των Ιαπώνων στην Ανατολή, εύλογα συμπεραίνουμε πως ο Στάλιν ήθελε να κερδίσει χρόνο για να προετοιμαστεί. Αυτός ήταν που, σε ανύποπτο χρόνο, πρώτος έριξε την ιδέα μιας συμμαχίας με την Γερμανία. Ο διακαής πόθος να υψώσει την σημαία του στις ανατολικές επαρχίες της Πολωνίας και να ξεπλύνει την ντροπή του 1920, όταν οι μπολσεβίκοι αναχαιτίστηκαν από τις δυνάμεις του στρατάρχη Πιουσούντσκι, ποτέ δεν έσβησε. Κατανοώντας τώρα σωστά τις γερμανικές προθέσεις, ο Στάλιν παραμέριζε τις όποιες ιδεολογικές διαφορές προς χάριν του κοινού συμφέροντος. Μάλιστα, σε ένδειξη σύμπνοιας, αντικατέστησε τον εβραϊκής καταγωγής υπουργό του των Εξωτερικών, Μαξίμ Λιτβίνοφ (που είχε διατελέσει παλαιότερα πρέσβης στην Ουάσινγκτον και θεωρείτο φιλοδυτικός) με τον Βιάτσεσλαβ Μιχαήλοβιτς Μολότοφ.

Πριν ο Στάλιν κατασταλάξει στην συμφωνία με τη Γερμανία, είχε έλθει σε επαφή με τους Άγγλους προκειμένου να διερευνηθεί η πιθανότητα μιας συμμαχίας -κάτι που τάραξε σοβαρά τον Χίτλερ. Αλλά η Γερμανία πρόσφερε κάτι χειροπιαστό και άμεσο: έναν διαμελισμό της Πολωνίας και μια σταθεροποίηση των συνόρων του Ράιχ για πολλά έτη.

Έτσι, οδήγησε σκόπιμα τις ενέργειες του Βρετανού διαπραγματευτή στη Μόσχα, Ουίλαμ Στρανγκ, σε αδιέξοδο. Το πλέον εύκολο για μια τυχοδιωκτική και καιροσκοπική προσωπικότητα, όπως αυτή του Στάλιν, ήταν να προσπαθήσει μεταπολεμικά να δικαιολογήσει την σύμπραξη με το Ναζισμό προτάσσοντας λόγους εξοικονόμησης χρονικών περιθωρίων, ώστε μετά να μπορέσει να τον πολεμήσει αποτελεσματικότερα! Οι αγριότητες και τα στυγερά εγκλήματα του σταλινισμού κατά της μπουρζουαζίας και της στρατιωτικής ελίτ των Πολωνών δεν συμμερίζονται αυτή την οπτική.

Ο Χίτλερ υποδέχθηκε την είδηση της υπογραφής του συμφώνου με πλήρη ικανοποίηση και επέστρεψε αμέσως στο Βερολίνο. Είχε να τακτοποιήσει μια ακόμη εκκρεμότητα: την συγκατάθεση ή έστω την ουδετερότητα της Ιταλίας. Η επιμονή του να έλθει σε μια συνεννόηση με τους Ιταλούς δεν ήταν παρά ένα ακόμη πυροτέχνημα της αχαλίνωτης ικανότητάς του να δημιουργεί εντυπώσεις. Όπως και με την ενέργειά του κατά της Τσεχοσλοβακίας, έτσι και τώρα επιθυμούσε να εμπλέξει τον Μουσολίνι τουλάχιστον σε μια συμμαχία συνένοχης ουδετερότητας. Τελικά κατάφερε να εξαγοράσει στην κυριολεξία την αδιαφορία του Μουσολίνι, υποσχόμενος να ικανοποιήσει όλα τα αιτήματά του, που περιέχονταν σ’ έναν μακροσκελή κατάλογο και που θα μπορούσαν κάλλιστα να χαρακτηριστούν παράλογα. Το αν θα τηρούσε την υπόσχεσή του, αυτό ήταν άλλο θέμα. Ο ίδιος δεν ήταν αυτός που τον Ιούνιο του ’41 θα έλεγε κυνικά στον Βάλτερ Χέβελ, τον αξιωματικό σύνδεσμό του με τον Ρίμπεντροπ, ότι σαν άτομο δεν θα αθετούσε ποτέ τον λόγο του, αλλά για την Γερμανία θα το έκανε χίλιες φορές;

Η ειρήνη στο απόσπασμα

Ακόμη και μετά την 1η Σεπτεμβρίου, ο Χίτλερ ήλπιζε σε μια συνεννόηση με την Αγγλία. Χρησιμοποίησε και πάλι τον Νταλέρους, που απέτυχε να πείσει τους Βρετανούς. Ο Άγγλος πρέσβης Ουίλσον ήρθε σε επαφή με τον Χίτλερ και τον Ρίμπεντροπ το βράδυ της 2ας Σεπτεμβρίου, όταν οι γερμανικές φάλαγγες βρίσκονταν αρκετά χιλιόμετρα μέσα σε πολωνικό έδαφος, για να δηλώσει πως, αν δεν διατασσόταν άμεση ανάκλησή τους, ο πόλεμος με την χώρα του θα μπορούσε να θεωρηθεί δεδομένος. Στις 9.00 πμ της επομένης ο Χέντερσον επέδωσε το βρετανικό τελεσίγραφο, με το οποίο δινόταν προθεσμία 2 ωρών για να παύσουν οι εχθροπραξίες και να ξεκινήσουν οι Γερμανοί διαδικασίες υποχώρησης. Σε αντίθετη περίπτωση «η εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ τους θα ίσχυε από την εν λόγω ώρα”» (δηλαδή την 11η πρωινή της 3ης Σεπτεμβρίου). Ο Χίτλερ το αγνόησε, και ο Τσάμπερλαιν ανακοίνωσε στον αγγλικό λαό την κήρυξη πολέμου στην Γερμανία. Στις 5.00 μ.μ. της ίδια μέρας η Γαλλία έκανε το ίδιο.

Δύο άντρες αντιπάλων στρατοπέδων αλλά ίδιας ψυχολογίας θεωρήθηκαν ως «κλειδιά» σε αυτόν τον πόλεμο: ο Ρίμπεντρομπ και ο Τσώρτσιλ. Ο πρώτος ήταν ιδιαίτερα αντιπαθής σε μια μεγάλη μερίδα Γερμανών αξιωματούχων της πολιτικής και του στρατού, αλλά και στο σύνολο του Δυτικού κόσμου, λόγω του επιθετικού χαρακτήρα του και της αμέριστης εμπιστοσύνης που ο Φύρερ έτρεφε γι’ αυτόν. Αναμφίβολα ενίσχυσε την πεποίθηση του Χίτλερ ότι οι Άγγλοι, τους οποίους ισχυριζόταν ότι γνώριζε σε βάθος, δεν θα τολμούσαν να πολεμήσουν τη Γερμανία και φρόντισε ο ίδιος να οδηγήσει τις συνεννοήσεις σε αδιέξοδο. Πιθανόν αυτή του η συμπεριφορά να τροφοδοτείτο από το κόμπλεξ και την κακία που έτρεφε για τους Βρετανούς, λόγω της αντιπάθειας των τελευταίων προς το πρόσωπό του. Μια άλλη ερμηνεία προτάσσει την αγωνία του να μην επισκιασθεί η προσωπική του επιτυχία με τον Μολότοφ, αφού μια ανέλπιστη συνεννόηση Αγγλίας-Γερμανίας θα υποβίβαζε αυτόματα την αξία του Γερμανο-Σοβιετικού συμφώνου μη επίθεσης που έφερε την υπογραφή του.

Σχετικά με τον Churchill, που θεωρείτο από τους Γερμανούς ως «ο μεγαλύτερος πολεμοκάπηλος των Δυτικών», από την στιγμή που κλήθηκε να συμμετάσχει στην κυβέρνηση με τη ιδιότητα του Πρώτου Λόρδου του Ναυαρχείου, οι πιθανότητες ειρηνικής διευθέτησης διαλύθηκαν. Όλες του οι προσπάθειες συνέβαλαν στην εμπόλεμη ρήξη της χώρας του με την Γερμανία, προκειμένου ν’ αντλήσει ο ίδιος πολιτικά οφέλη. Αυτή η κριτική θα μπορούσε να θεωρηθεί αυστηρή για τον αποκαλούμενο «πατέρα της νίκης». Αλλά η μετέπειτα πορεία του ανδρός αποτελεί τρανή απόδειξη του ότι ήταν ικανός να διεγείρει τα πλέον παρορμητικά πάθη και να εκμαυλίσει συνειδήσεις ανθρώπων στον βωμό του πολιτικού συμφέροντος
και των κυριαρχικών σκοπιμοτήτων.

Ένας θλιβερός και προδοτικός επίλογος

Εντός περίπου τριών εβδομάδων τα ατσάλινα θηρία του Χίτλερ είχαν γονατίσει την πολωνική άμυνα. Μέσα σε όλη αυτή την κοσμοχαλασιά, είχε πλέον σημάνει η ώρα του Στάλιν. Στις 17 Σεπτεμβρίου τα ρωσικά στρατεύματα παραβίασαν τα ανατολικά σύνορα της χώρας κι έσπευσαν να καταλάβουν την πρωτεύουσα της Λιθουανίας, Βίλνο, που τότε ανήκε στην Πολωνία. Στη συνέχεια προχώρησαν νοτιοδυτικά, για να συναντηθούν με τις γερμανικές δυνάμεις στο Μπρεστ Λιτόφσκ. Φαίνεται πως η ιστορία τελικά παίζει απίστευτα παιχνίδια: ακριβώς σε αυτή την πόλη, κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Ρώσοι υπέγραψαν χωριστή συνθήκη με την Γερμανία του Κάιζερ, παραβιάζοντας τη συμφωνία με τους συμμάχους τους. Τώρα, Γερμανοί και Ρώσοι αντάλλασσαν φιλοφρονήσεις και χαμόγελα ικανοποίησης, ξεχνώντας την αλλοτινή έχθρα προς όφελος του κοινού συμφέροντος. Στις 29 Σεπτεμβρίου υπογράφτηκε μεταξύ τους η συμφωνία του διαμελισμού της ηττημένης Πολωνίας.

Η εισβολή των σοβιετικών στρατευμάτων υπήρξε ο πλέον προδοτικός επίλογος για τις ασθενείς πολωνικές δυνάμεις, που με την μορφή τοπικών σχηματισμών πάσχιζαν να συμπτυχθούν νοτιοανατολικά, στα σύνορα με την Ρουμανία και την Ουγγαρία. Αφελώς, ήλπιζαν ακόμη σε βοήθεια από τη Δύση. Αυτή ποτέ δεν εμφανίστηκε, όπως και οι αναμενόμενες βροχές του φθινοπώρου. Οι παρατεταμένες ξηρασίες ήταν που εξασφάλισαν στα Πάντσερ και την Λουφτβάφε τις καλύτερες επιχειρησιακές συνθήκες. Και με την εμφάνιση των 35 ρωσικών μεραρχιών, που με ιδιαίτερο ζήλο βάλθηκαν να μάχονται τις διαλυμένες πολωνικές μονάδες και να εξαρθρώνουν τους εναπομείναντες θύλακες αντίστασης, η ελπίδα ξεψύχησε.

Η νίκη έδωσε στην Βέρμαχτ όλη εκείνη την αίγλη που χρειαζόταν ο Χίτλερ για να πειστεί περί του ακαταμάχητου. Οι Γερμανοί στρατιώτες απέκτησαν την απαιτούμενη εμπειρία για να μπορέσουν να υλοποιήσουν τις μελλοντικές φιλοδοξίες του Φύρερ τους, τις εμποτισμένες στο αίμα αθώων. Η πολωνική εκστρατεία αποτέλεσε έτσι «σχολείο», από το οποίο θα αναδύονταν οι αυριανές στρατιωτικές αυθεντίες του «ένδοξου Ράιχ».

Η επιχείρηση «Λευκή» υπήρξε σταθμός στην πορεία των Γερμανών για την πραγματοποίηση ενός ονείρου 300 χρόνων, που αφορούσε την δημιουργία μιας αυτοκρατορίας κυρίαρχης στην καρδιά της Ευρώπης. Από την εποχή της λήξης του Τριακονταετούς Πολέμου και της ταπεινωτικής για τη Γερμανία συνθήκης της Βεστφαλίας (1648), ήταν η πρώτη φορά που αυτό το όνειρο έφτανε κοντά στην πραγμάτωσή του.

Μεθυσμένη τώρα από την εύκολη νίκη, η ηγεσία της Βέρμαχτ δεν ήταν ασφαλώς σε θέση να εκτιμήσει τα προφητικά λόγια του Πολωνού στρατηγού Γιούλιους Ρούμελ, κατά την παράδοση της Βαρσοβίας στους κατακτητές της:

Add To Facebook Add To Twitter Add To Yahoo Add To Reddit Fav This With Technorati Add To Del.icio.us Digg This Stumble This